Σκεφτόμουν λοιπόν πως κάπως έτσι θα φύγω κι εγώ. Σαν τους ασθενείς μου ολόγυμνη μ’ ένα σωρό κόσμο τριγύρω να με κοιτά. Κι έλεγα μέσα μου πως ναι, θα το ήθελα αλλιώς τελικά, γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής βρε αδελφέ, τουλάχιστον την ώρα του θανάτου του δικαιούται ένας άνθρωπος να απομονωθεί, να μαζέψει όπως-όπως τα κομμάτια του ξανά, κατά κει που λένε πως κατοικεί η ψυχή, να προλάβει να ανασυνθέσει την εικόνα την μαγική, να γίνει είναι πριν φύγει ,ένα είναι ολόκληρο επιτέλους , στρογγυλό, ικανό να αξιωθεί το ταξίδι το αμετάκλητο και μακρινό.Θα μου πεις πως με πιάσανε πάλι οι κλειστές μου και πως τάχα τα βλέπω όλα αδιέξοδα και σκοτεινά και πως φταίει αυτή η γαμημένη η δουλειά που κάνω κι ας μοιάζει περιπετειώδης και γοητευτική και πως θα γεράσω πριν από την ώρα μου, πως θα με φάνε τα ξενύχτια ,τα τσιγάρα και οι ατελείωτοι καφέδες που καταπίνω καθημερινά . Χειρουργός σου λέει ο άλλος με εξειδίκευση στην εντατικολογία , γυναίκα πράμα και να κάνει τέτοια δουλειά, μέσα στο θανατικό και την αρρώστια, μ’ έφαγαν οι τίτλοι και η κοινωνική αποδοχή.Γέρασα στα θρανία και ο χρόνος μου κλείνει το μάτι περιπαιχτικά, οι μέρες κυλούν εναντίον μου απειλητικές κι ούτε η αναγνώριση με νοιάζει, ούτε αν είναι τα λεφτά λίγα η πολλά, μόνο τον ήλιο που δεν βλέπω, αυτός μου λείπει και που ξυπνώ χαράματα με την μυρωδιά του κορμιού τους να μου ταλανίζει την ψυχή κι εκείνες να με αναζητούν στο σκοτάδι ψηλαφώντας με στα τυφλά, σαν την κλέφτρα ξεγλιστρώ κάθε πρωί κι ούτε μια μέρα που να μην έχω κείνο το βάρος κει, κατά το μέρος της καρδιάς ,που τις αφήνω, που περνά η ζωή μου και χάνεται κι ύστερα επιστρέφω ασθμαίνοντας, ανεβαίνω τα σκαλιά, κάθε φορά το ίδιο, αγιάτρευτη πληγή ο χρόνος, ο χρόνος μου καίει τα σωθικά.Γεννιόμαστε λοιπόν για να ζήσουμε ακριβώς ,ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ, προικισμένοι εξαρχής με εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση της ισορροπίας που μας επιτρέπει να γελάμε από τη μια και να κλαίμε από την άλλη, αναγνωρίζοντας κάτω από την φαινομενική αντιπαλότητα των πραγμάτων έναν τόπο κοινό, ικανό να αντέχει σε κάθε λογής παραδοξολογία και κλυδωνισμό.Τούτο τον τόπο της αιωνιότητας ,της κάθε αρχής τον ουρανό νοστάλγησα και εγώ γι’ αυτό και πήγα σήμερα να την δω. Κι ας λες εσύ πως δεν έχει νόημα όλο αυτό και πως ο άνθρωπος σαν χάσει το μυαλό του καλύτερα για πάντα να χαθεί.Κάθισα απέναντι της σιωπηλή ,ούτε κουβέντα, μόνο τα χέρια της στα χέρια μου σφιχτά, όλες οι λέξεις μαζεμένες μπρος στα χείλη σαν γροθιά, το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.Έπρεπε να κλάψω, θαρρώ πως ταίριαζε στην περίσταση να κλάψω γοερά, να αφήσω τα δάκρυα σαν χείμαρρος να ξεχυθούν, όπως κλαίνε οι απελπισμένοι κι εγώ κι οι κολασμένοι κι οι άνθρωποι οι κανονικοί κείνες τις ελάχιστες στιγμές της καθημερινότητας που συνειδητοποιούν το κενό, έπρεπε να κλάψω μα μου ήταν αδύνατον, δεν το έκανα , δε το ‘κανα ούτε αυτό.Έκλεισα τα χείλη μου σφιχτά, πάγωσα το βλέμμα κι εγώ, ακινητοποίησα το συναίσθημα, κάθε κίνηση κατάργησα για να είμαι στο παρόν, σε τούτο το ατελείωτο παιχνίδι της ζωής που κυνηγούσα εναγωνίως κάθε φορά που ψέλλιζα γιατί ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, όπως αναρωτιέται κανείς ποιος είναι, λες και είναι ήδη κάτι, θεωρώντας δεδομένη την ύπαρξη, ποια ύπαρξη, πότε υπήρξες τέλος πάντων για να σε βασανίζει και η ποιότητα κι από πάνω.Μου φαινόταν γελοίο ξαφνικά, τόση αγωνία για το προφανές , είμαστε όλοι περαστικοί, φευγάτοι ήδη και μου ερχόταν να σκάσω στα γέλια καθώς, εκείνη την τοσοδούλα στιγμή , την στιγμή της απώλειας, όλες οι βεβαιότητες επέστρεφαν ξαφνικά, είμαστε αιώνιοι λοιπόν, θνητοί αλλά και αιώνιοι μαζί, πως γινόταν αυτό δεν ήξερα ακριβώς αλλά ήμουν σίγουρη πως έτσι ήταν, κάθε φορά που άκουγα το κλάμα τους το γοερό, όταν πέθαινα στην αγκαλιά του εραστή, όταν μύριζα της Άνοιξης τις μυρωδιές, ναι είμαστε αιώνιοι, ήμουν απολύτως σίγουρη γι’ αυτό . Κι έπιασα να φωνάζω μαμά…..μαμά…ποια μαμά, δεν είναι εδώ κανείς, έφυγαν όλοι, έφυγα κι εγώ, έμειναν μόνο οι τοίχοι, τα έπιπλα ,τα κάδρα με τις ζωγραφιές κι ο ήχος του αλόγου που περνά, κάτι σκιές να τριγυρνούν εδώ κι εκεί, δουλειά, σπίτι, δουλειά και το βράδυ να ξαπλώνουν σιωπηλές, δυο μάτια, δυο χέρια, αυτό, και να μην έχει αποτύπωμα στα σεντόνια ποτέ, τίποτα, κανένα βαθούλωμα από αυτά που αφήνουν συνήθως οι εραστές, οι άνθρωποι που αγαπιούνται, οι μανάδες που θηλάζουν τα μωρά, κανένα τσαλάκωμα πουθενά, αψεγάδιαστα όλα και νεκρά, ποια είμαι, που πάω, ας γελάσω, δε πάνε στο διάβολο και οι αναζητήσεις μου, να διψάσω επιθυμώ, να ριγήσω, να γευτώ, να ιδρώσω, θα πεθάνω μπουκωμένη από το κενό...
Αφιερωμένο στην Βάσω Μπρατάκη...