23.11.09

...

-Τι λέμε σε κάποιον όταν φεύγει;
-Στο καλόοοοοο...
-Κι εκείνος τι λέει χωρίς να μιλάει;
-Ευχαριστώωωω...Για όλα.

29.10.09

Περαστικά Ασπασάκι

Ε ναι λοιπόν, το σπάσαμε το ποδαράκι μας.Και μάλιστα μία μέρα πριν την πολυπόθητη διήμερη εκδρομή στο βουνό!Θα πηγαίναμε μόνες μας, χωρίς την μαμά.Ολες οι συμμαθήτριες μαζί,θα τραγουδούσαμε μέσα στο πούλμαν, θα γελούσαμε, θα κάναμε τρέλες, θα φοβόμασταν και λίγο αλλά τι στο καλό...Αυτές οι μικρές αγωνίες είναι που κάνουν την διαφορά.
Το βραδάκι θα κοιμόμασταν σε μικρά δασικά σπιτάκια ανά τετράδες με τις δασκάλες μας αλλού,τύφλα να έχουν τα πάρτυ δηλαδή τόσο ωραία που θα ήταν και μαγευτικά...
Θα ψήναμε και κάστανα στη φωτιά, όχι πως μ'αρέσουν ιδιαίτερα αλλά να ...την διαδικασία, αυτήν λατρεύω, πως να σας το πω.
Το σπάσαμε Ασπασάκι το ποδαράκι και από το κλάμα άλλο δε βαστώ.
Κι ας μου λένε:Θα περάσει, τι θαρρείς;Θα έρθουν άλλες εκδρομές, καλύτερες, πιο όμορφες, πιο χαρωπές.Δεν ξέρω τι θα πει αύριο εγώ...Σήμερα ήθελα να προετοιμάζομαι για την εκδρομή, σήμερα...
Γι'αυτό και τούτη την πρωτιά μου την χαμένη την θρηνώ.Κάθε εκδρομή διήμερη από δω και μπρος θα'ρχεται πάντα δεύτερη για μένα στην καρδιά.Την πρώτη μου την έχασα...κι ας λέει η μαμά...

18.10.09

Αφησα να μην ξέρω

Για σένα Βαρβάρα...
Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.
Δεν του λιγόστεψα του κόσμου τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω πώς λύνεται ένα χθες,ένα εξαρτάται,το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.
Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα που,
Πηνελόπες και όχι, μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερούγια
να δοξάζεται το αίνιγμα πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:αξεδίψαστη.Στο αίνιγμα του θανάτου πάω ψυχωμένη.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

12.10.09

Αυτοβιογραφία σε Πέντε Κεφάλαια

Περπατάω στο δρόμο.
Υπάρχει ένας βαθύς λάκκος στο πεζοδρόμιο.
Πέφτω μέσα.
Χάνομαι...Είμαι απαρηγόρητος.
Δεν είναι δικό μου σφάλμα.
Θα χρειαστεί μια ζωή για να βγω από εκεί.
Περπατάω στον ίδιο δρόμο.
Υπάρχει ένας βαθύς λάκκος στο πεζοδρόμιο.
Προσποιούμαι ότι δεν τον βλέπω.
Πέφτω και πάλι μέσα.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι βρίσκομαι στην ίδια κατάσταση.
Αλλά δεν είναι σφάλμα μου.
Χρειάζεται πολύς καιρός για να βγω από εκεί.
Περπατάω στον ίδιο δρόμο.
Υπάρχει ένας βαθύς λάκκος στο πεζοδρόμιο.
Τον βλέπω, είναι εκεί.
Κι όμως πέφτω μέσα...είναι συνήθεια.
Τα μάτια μου είναι ανοικτά
και ξέρω που βρίσκομαι.
Είναι σφάλμα μου.
Βγαίνω αμέσως.
Περπατάω στον ίδιο δρόμο.
Υπάρχει ένας βαθύς λάκκος στο πεζοδρόμιο.
Τον προσπερνάω.
Περπατάω σε έναν άλλο δρόμο.
Portia Nelson

6.10.09

Πάντα υπάρχει κάτι...

Πάντα υπάρχει κάτι...
Κάτι που ονειρεύεσαι...Κάτι που φοβάσαι...Κάτι που αγαπάς...Κάτι που έχασες...Κάτι που δεν βρήκες ποτέ...Κάτι που τρέμεις και ταυτόχρονα αναζητάς....
Ετσι σε κάθε συνάντηση όλα αυτά τα ανομολόγητα ...κάτι...τα παίρνεις μαζί.Τα φοράς σαν φόδρα στο εσωτερικό μέρος του παλτού και παρά το ρίγος που σου προκαλούν, που διατρέχει σαν κύμα την ραχοκοκκαλιά,τα φιλάς σταυρωτά και πας...Πάνω απ' όλα είναι αυτά που σε κρατούν ζωντανή.
Δεν θα το ομολογήσεις παρά μόνο αν αναγκαστείς...Από την ίδια σου την επιθυμία για επαφή...Πως τα φύλαγες για να τα παραδώσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη να γενεί, σε όποιον μες στα μάτια σου καταφέρει να τα δει...Αυτά τα ...κάτι ...που ήταν όλη σου η ζωή.
Πάντα υπάρχει κάτι...
Ετσι είναι ο έρωτας...Ετσι είναι η ζωή...

1.10.09

Το μαγικό μπαλόνι

Αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι' αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το έκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ' ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα του ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ' όλα εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο
Τόλης Νικηφόρου
Από τη συλλογή :Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979
Σ' ευχαριστώ...Σ' ευχαριστώ...

28.9.09

Το κόκκινο μπαλόνι...

Eνα αγόρι... ...και ένα μπαλόνι κόκκινο... Θυμάστε;...

21.9.09

Γύμνια...

Picasso-Blue Nude
Σκεφτόμουν λοιπόν πως κάπως έτσι θα φύγω κι εγώ. Σαν τους ασθενείς μου ολόγυμνη μ’ ένα σωρό κόσμο τριγύρω να με κοιτά. Κι έλεγα μέσα μου πως ναι, θα το ήθελα αλλιώς τελικά, γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής βρε αδελφέ, τουλάχιστον την ώρα του θανάτου του δικαιούται ένας άνθρωπος να απομονωθεί, να μαζέψει όπως-όπως τα κομμάτια του ξανά, κατά κει που λένε πως κατοικεί η ψυχή, να προλάβει να ανασυνθέσει την εικόνα την μαγική, να γίνει είναι πριν φύγει ,ένα είναι ολόκληρο επιτέλους , στρογγυλό, ικανό να αξιωθεί το ταξίδι το αμετάκλητο και μακρινό.Θα μου πεις πως με πιάσανε πάλι οι κλειστές μου και πως τάχα τα βλέπω όλα αδιέξοδα και σκοτεινά και πως φταίει αυτή η γαμημένη η δουλειά που κάνω κι ας μοιάζει περιπετειώδης και γοητευτική και πως θα γεράσω πριν από την ώρα μου, πως θα με φάνε τα ξενύχτια ,τα τσιγάρα και οι ατελείωτοι καφέδες που καταπίνω καθημερινά . Χειρουργός σου λέει ο άλλος με εξειδίκευση στην εντατικολογία , γυναίκα πράμα και να κάνει τέτοια δουλειά, μέσα στο θανατικό και την αρρώστια, μ’ έφαγαν οι τίτλοι και η κοινωνική αποδοχή.Γέρασα στα θρανία και ο χρόνος μου κλείνει το μάτι περιπαιχτικά, οι μέρες κυλούν εναντίον μου απειλητικές κι ούτε η αναγνώριση με νοιάζει, ούτε αν είναι τα λεφτά λίγα η πολλά, μόνο τον ήλιο που δεν βλέπω, αυτός μου λείπει και που ξυπνώ χαράματα με την μυρωδιά του κορμιού τους να μου ταλανίζει την ψυχή κι εκείνες να με αναζητούν στο σκοτάδι ψηλαφώντας με στα τυφλά, σαν την κλέφτρα ξεγλιστρώ κάθε πρωί κι ούτε μια μέρα που να μην έχω κείνο το βάρος κει, κατά το μέρος της καρδιάς ,που τις αφήνω, που περνά η ζωή μου και χάνεται κι ύστερα επιστρέφω ασθμαίνοντας, ανεβαίνω τα σκαλιά, κάθε φορά το ίδιο, αγιάτρευτη πληγή ο χρόνος, ο χρόνος μου καίει τα σωθικά.Γεννιόμαστε λοιπόν για να ζήσουμε ακριβώς ,ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ, προικισμένοι εξαρχής με εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση της ισορροπίας που μας επιτρέπει να γελάμε από τη μια και να κλαίμε από την άλλη, αναγνωρίζοντας κάτω από την φαινομενική αντιπαλότητα των πραγμάτων έναν τόπο κοινό, ικανό να αντέχει σε κάθε λογής παραδοξολογία και κλυδωνισμό.Τούτο τον τόπο της αιωνιότητας ,της κάθε αρχής τον ουρανό νοστάλγησα και εγώ γι’ αυτό και πήγα σήμερα να την δω. Κι ας λες εσύ πως δεν έχει νόημα όλο αυτό και πως ο άνθρωπος σαν χάσει το μυαλό του καλύτερα για πάντα να χαθεί.Κάθισα απέναντι της σιωπηλή ,ούτε κουβέντα, μόνο τα χέρια της στα χέρια μου σφιχτά, όλες οι λέξεις μαζεμένες μπρος στα χείλη σαν γροθιά, το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.Έπρεπε να κλάψω, θαρρώ πως ταίριαζε στην περίσταση να κλάψω γοερά, να αφήσω τα δάκρυα σαν χείμαρρος να ξεχυθούν, όπως κλαίνε οι απελπισμένοι κι εγώ κι οι κολασμένοι κι οι άνθρωποι οι κανονικοί κείνες τις ελάχιστες στιγμές της καθημερινότητας που συνειδητοποιούν το κενό, έπρεπε να κλάψω μα μου ήταν αδύνατον, δεν το έκανα , δε το ‘κανα ούτε αυτό.Έκλεισα τα χείλη μου σφιχτά, πάγωσα το βλέμμα κι εγώ, ακινητοποίησα το συναίσθημα, κάθε κίνηση κατάργησα για να είμαι στο παρόν, σε τούτο το ατελείωτο παιχνίδι της ζωής που κυνηγούσα εναγωνίως κάθε φορά που ψέλλιζα γιατί ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, όπως αναρωτιέται κανείς ποιος είναι, λες και είναι ήδη κάτι, θεωρώντας δεδομένη την ύπαρξη, ποια ύπαρξη, πότε υπήρξες τέλος πάντων για να σε βασανίζει και η ποιότητα κι από πάνω.Μου φαινόταν γελοίο ξαφνικά, τόση αγωνία για το προφανές , είμαστε όλοι περαστικοί, φευγάτοι ήδη και μου ερχόταν να σκάσω στα γέλια καθώς, εκείνη την τοσοδούλα στιγμή , την στιγμή της απώλειας, όλες οι βεβαιότητες επέστρεφαν ξαφνικά, είμαστε αιώνιοι λοιπόν, θνητοί αλλά και αιώνιοι μαζί, πως γινόταν αυτό δεν ήξερα ακριβώς αλλά ήμουν σίγουρη πως έτσι ήταν, κάθε φορά που άκουγα το κλάμα τους το γοερό, όταν πέθαινα στην αγκαλιά του εραστή, όταν μύριζα της Άνοιξης τις μυρωδιές, ναι είμαστε αιώνιοι, ήμουν απολύτως σίγουρη γι’ αυτό . Κι έπιασα να φωνάζω μαμά…..μαμά…ποια μαμά, δεν είναι εδώ κανείς, έφυγαν όλοι, έφυγα κι εγώ, έμειναν μόνο οι τοίχοι, τα έπιπλα ,τα κάδρα με τις ζωγραφιές κι ο ήχος του αλόγου που περνά, κάτι σκιές να τριγυρνούν εδώ κι εκεί, δουλειά, σπίτι, δουλειά και το βράδυ να ξαπλώνουν σιωπηλές, δυο μάτια, δυο χέρια, αυτό, και να μην έχει αποτύπωμα στα σεντόνια ποτέ, τίποτα, κανένα βαθούλωμα από αυτά που αφήνουν συνήθως οι εραστές, οι άνθρωποι που αγαπιούνται, οι μανάδες που θηλάζουν τα μωρά, κανένα τσαλάκωμα πουθενά, αψεγάδιαστα όλα και νεκρά, ποια είμαι, που πάω, ας γελάσω, δε πάνε στο διάβολο και οι αναζητήσεις μου, να διψάσω επιθυμώ, να ριγήσω, να γευτώ, να ιδρώσω, θα πεθάνω μπουκωμένη από το κενό...
Αφιερωμένο στην Βάσω Μπρατάκη...

17.9.09

Ενας δρόμος είναι ένας δρόμος...

Πρέπει λοιπόν να έχεις πάντα στο μυαλό σου πως ένας δρόμος είναι ένας δρόμος, τίποτε παραπάνω.Αν αισθάνεσαι πως δεν πρέπει να τον ακολουθήσεις, δεν πρέπει να μείνεις σ' αυτόν ότι κι αν συμβεί.Για να έχεις όμως μια τέτοια διαύγεια πρέπει να ζεις πειθαρχημένη ζωή. Μόνο τότε θα καταλάβεις πως ένας δρόμος δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας δρόμος και πως δεν προσβάλλεις ούτε τον εαυτό σου ούτε κανέναν άλλο αν τον παρατήσεις εφόσον αυτό σου λέει να κάνεις η καρδιά σου.Αλλά η απόφαση σου, ν' ακολουθήσεις ή να παρατήσεις αυτό το δρόμο δεν πρέπει να βασίζεται στον φόβο ή στη φιλοδοξία.Σε προειδοποιώ. Εξέταζε το κάθε μονοπάτι με προσοχή και περίσκεψη.Δοκίμασε το όσες φορές νομίζεις πως χρειάζεται. Κι έπειτα κάνε στον εαυτό σου και μόνο στον εαυτό σου μια ερώτηση.Είναι μια ερώτηση που μόνο ένας γέρος άνθρωπος μπορεί να κάνει.Ο ευεργέτης μου μου μίλησε γι' αυτήν όταν ήμουν πολύ νέος.Αλλά το αίμα μου έβραζε τότε πάρα πολύ για να την καταλάβω.Τώρα όμως την καταλαβαίνω.Θα σου πω ποια είναι: Έχει αυτό το μονοπάτι καρδιά;Όλα τα μονοπάτια είναι ίδια. Δεν οδηγούν πουθενά.Υπάρχουν μονοπάτια που περνάνε μέσα απ' τους θάμνους ή που οδηγούν μέσα στους θάμνους.Στη ζωή μου μπορώ να πω πως έχω διασχίσει μεγάλους, πολύ μεγάλους δρόμους αλλά δε βρίσκομαι πουθενά.Η ερώτηση του ευεργέτη μου αποκτάει τώρα νόημα.Έχει αυτό το μονοπάτι καρδιά; Αν έχει, το μονοπάτι είναι καλό. Αν όχι είναι άχρηστο.Και οι δύο δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά, αλλά ο ένας έχει καρδιά, ο άλλος όχι.Ο ένας είναι φτιαγμένος για χαρούμενο ταξίδι. Όσο καιρό τον ακολουθείς γίνεσαι ένα μαζί του. Ο άλλος θα σε κάνει να βλαστημήσεις τη ζωή σου.Ο ένας σε κάνει δυνατό, ο άλλος σου αφαιρεί τη δύναμη.
"Η διδασκαλία του Δον Χουάν, Κάρλος Καστανέντα
Mετάφραση: Άγγελος Μαστοράκης, εκδ. Καστανιώτη

14.8.09

ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ..Η MARGO ΘΑΡΡΩ..

Να ζήσεις Μαράκι και χρόνια πολλά, μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά.
Παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως και όλοι να λένε, να μία σοφός

11.8.09

LIQUID DAYS

Σσσσ...Σιγά! Μπες δίχως ήχος ν΄ακουστεί ..Λείπουμε τόσο καιρό που ακόμα και η μυρωδιά του σπιτιού με ξαφνιάζει , ψέματα να πω; Περίμενε ένα λεπτό, να αφήσω κάτω τις αποσκευές..Τι ; Γιατί μπήκα στον κόπο να τις κουβαλήσω μέχρι εδώ αφού θα ξαναφύγω ευθύς, αυτό ρωτάς;
Παράξενο...που το ρωτάς...Για την χαρά του γυρισμού..γι' αυτό!
Στάσου να ανάψω ένα φως...ένα λεπτό..κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει εδώ. Πατημασιές ολούθε , μυρωδιές..Ποιός άφησε το βότσαλο στην άκρη του ουρανού; Μυρίζει θάλασσα..να δεις είναι της Margo και γι΄αυτό μου τραγουδά. Ομως διακρίνω δυό φωνές..του ηλιογράφου η δεύτερη στ΄ανείπωτα εστιάζει στη στιγμή. Αχ..τι όμορφη που είναι η ζωή! Σαν αναπόφευκτη εκδρομή σε ένα λιβάδι που ονειρεύεται την άνθιση να δει.
Ποιά άνθιση ρωτάς; Δεν είναι άλλη από κείνη τη γνωστή..Ξέρεις ...την αγάπη εννοώ.Την άνευ όρων..την αβίαστη..την ροική..Τι είπες; Που το διάβασα πάλι αυτό; Μα στους σελιδοδείκτες, που αλλού;
Αντε τώρα, βιάσου.Υποσχέθηκα στο τσίρκο να σε πάω..τι θαρρείς; Κι αν είναι σε σκάλα ν΄ανεβώ για να εκφραστώ, ας είν΄του τσίρκου η χρωματιστή, με δίχτυ ασφαλείας την δική σου τη ματιά να με χαιδεύει απαλά. Τι λες; Κάνω σαν να΄χω τρελλαθεί; Είναι που με εμπνέει του αγέρα η οσμή, μες στην απόλυτη σιωπή, μοιάζει φεγγάρι που με πήρε αγκαλιά.
Θυμάσαι; Πότε ήταν; Δε μιλώ με σιγουριά..έκπληκτη άπλωσες το χέρι, κι είπες τι είναι αυτό; Τέττιξ ο Αττικός, είπα εγώ και σκάσαμε στα γέλια και οι δυό..Με γαργαλά...γιατί δεν κάθεται σε μια μεριά;
Και μια στιγμή μετά...κοίτα!!Ενα αστέρι ..πέφτει...κάνε μια ευχή.
Εύχομαι..θεέ μου..νάναι ζωντανή..κάθε ψυχή που αντικρύζει αυτό τον ουρανό.
Α, και κάτι ακόμα..σε παρακαλώ..Κάνε όσοι φύγαν να ξανάρθουν...Αντε... γειά..

16.6.09

Ο ΞΕΝΟΣ..

Επειδή όταν κάποιος γίνεται αγενής κατά βάθος φοβάται, κι επειδή όταν κάποιος επιτίθεται πάλι κάτι φοβάται, κι επειδή όταν κάποιος είναι θυμωμένος επίσης φοβάται και συνήθως φοβάται πολύ…κι επειδή ο φόβος είναι μια κατάσταση του « είναι» που δεν αφήνει χώρο στο όνειρο…επίσης επειδή στη ζωή βρίσκουμε πάντα αυτό που αναζητάμε ακόμα κι αν η αναζήτηση δεν είναι συνειδητή, και τέλος επειδή ότι κάνουμε χρωματίζεται από την ενέργεια με την οποία το κάνουμε….μου ήρθε στο μυαλό σήμερα μια φράση του Γκάντι , που είναι η ακόλουθη και μ΄αυτήν σας καλημερίζω: Εμείς πρέπει να γίνουμε η αλλαγή…είπε…Που σημαίνει , έτσι πως το καταλαβαίνει το δικό μου μυαλό, ότι αν θέλουμε να διώξουμε το σκοτάδι θα πρέπει μάλλον να ανάψουμε το φως… Ετσι μ΄αυτές τις σκέψεις για αφετηρία αφιερώνω σε όλους μας ένα μικρό τραγουδάκι που σκάρωσα το πρωί . Ο τίτλος του είναι :Ο ξένος…
Αυτός που είναι από άλλη πατρίδα και αυτός που είναι μέσα μας..
Σε μια πόλη που τον ξένο τον φοβάται σαν εχθρό
Και τον χρόνο φτιασιδώνει με σφηνάκια και ποτό
Σε μια πόλη που πατρίδα μοιάζει να’ ναι δανεική
Το αλλιώτικο τρομάζει δίπλα μας σαν κατοικεί
Αν στην σκέψη για τον άλλον, δεις εσένα ξαφνικά
Και τα σύννεφα διαλύσεις που μας θέλουν χωριστά
Σε μια πόλη που τον ξένο τον φοβάται σαν εχθρό
Ξένοι και δικοί θα μπλέξουν όταν πίνουν το πιοτό
Σε μια πόλη που ο ξένος, είναι το άλλο μας εγώ
Που παλεύει για να ζήσει, πως αλλιώς να σου το πω
Τα παράθυρα που κλείνουν και οι πόρτες που βροντούν
Των παιδιών μας την ανάσα απ’ το μέλλον την στερούν
..

3.6.09

......

Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει είναι που ονειρεύομαι..............................

27.5.09

ΕΡΩΤΗΣΗ

Μα..αν δεν μιλήσει..θ΄ακουστεί;

17.5.09

ΑΡΜΑΚΟΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 από γονείς νησιώτες ( Τήνο ο πατέρας, Λέσβο η μητέρα). Νωρίς, από το Δημοτικό Σχολείο, ξεκινά με πηλό, έχοντας τις πρώτες δημοσιεύσεις στον αθηναϊκό ημερήσιο τύπο. Σε ηλικία 17 ετών ( 1956) εισάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο γλυπτικής του Μ. Τόμπρου, από όπου αποφοιτά το 1960. Την ίδια χρονιά κερδίζει υποτροφία και πηγαίνει στο Παρίσι για να παρακολουθήσει εκεί τις Beaux Arts. Στο διάστημα της εκεί παραμονής του εργάζεται σε μια σειρά από ξύλινες συνθέσεις τις οποίες εκθέτει στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1963 συνεχίζει στο σίδερο το έργο του. Στο τέλος της δεκαετίας του ’60 είναι από τους πρώτους στη χώρα μας που, συνεργαζόμενος με αρχιτέκτονες, φτιάχνει μια σειρά από έργα στο μπετόν, που κοσμούν όψεις κτιρίων, εντάσσοντας έτσι τη γλυπτική στην αρχιτεκτονική. Το 1974 έργο του διακρίνεται από την Unesco και περιλαμβάνεται στη συλλογή « Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ». Έκτοτε εργάστηκε σε έργα από ορείχαλκο και μάρμαρο, και πλαστικές ύλες. Το γλυπτικό του έργο έχει τιμηθεί με πέντε α’ βραβεία και έχει παρουσιαστεί σε 13 ατομικές εκθέσεις, τρεις Biennale, πέντε πανελλήνιες και πολλές ομαδικές. Το 1991 κυκλοφορεί το βιβλίο- λεύκωμα ΑΡΜΑΚΟΛΑΣ 1960-1990, όπου παρουσιάζεται με φωτογραφίες και αναλύσεις η παραγωγή των 38 χρόνων δουλειάς του.

Εφυγε χθες στο εργαστήριο του στην οδό Ζωοδόχου Πηγής στα Εξάρχεια..Καλό του ταξίδι

14.5.09

Ο ΑΚΑΤΑΝΟΜΑΣΤΟΣ

"... θέλουν να με κάνουν να γίνω Αυτός, ο Ακατανόμαστος, να παίρνω εντολές και αυτόματα να τις εκτελώ, θέλουν να με πείσουν πως υπάρχω με παραλογισμό, τον παραλογισμό τού να μην μπορώ...".
Σάμουελ Μπέκετ- Ο Ακατανόμαστος

4.5.09

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ.....

Η αγάπη είναι σαν ανθισμένη αμυγδαλιά που το χειμώνα δε μαδά. Η αγάπη είναι σαν λουλούδι που ανθίζει και ποτέ δε μαραίνεται. Η αγάπη είναι σαν φωτιά που δε σβήνει. Η αγάπη είναι σαν πηγή που ποτέ δε στερεύει. Η αγάπη είναι σαν δέντρο που ο άνεμος δε το κουνάει. Η αγάπη είναι σαν ένας σπόρος που συνεχώς μεγαλώνει. Η αγάπη είναι σαν ένα κουβάρι που συνεχώς ξετυλίγεται. Η αγάπη είναι σαν ψάρι που πάει όλο και πιο βαθιά. Η αγάπη είναι σαν δυο πουλιά που πετάνε πάντα μαζί.
Μαργαρίτα, ετών 9