Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

....να εκπαιδευτούμε στην ομορφιά..Ξανά!!

Άνοιξη Παρά Τέταρτο b

Δυο νέοι κοιτάζονται στα μάτια και κανείς τους δεν κατεβάζει τα βλέφαρα.Το αίμα μέσα στις φλέβες παίρνει έναν καινούριο δρόμο, αλλάζουν οι φωνές των αγοριών, τα στήθια των κοριτσιών σκληραίνουν και το μακρινό παθητικό τραγούδι της αγάπης τρέμει παραστρατημένο στις κυανές ανταύγειες ενός μισοξυπνημένου ορίζοντα..

Άνοιξη παρά τέταρτο! Σε λίγο, θα ανατείλει γυμνή στην αιχμή της αχτίδας της η πρώτη μαργαρίτα της τύχης.Λοξά, και στο πείσμα του ανέμου, που για αλλού ταξίδευε το σπόρο της, θα μπουκάρει μεσ' από δυο σκιστές μαλτεζόπορτες να σαλέψει κάτω απ' τα ρουθούνια της χειμωνιάς το κόκκινο μπαϊράκι της η φανατικιά παπαρούνα. Φωτιά, μαύρη φωτιά, χρυσή φωτιά, πόσες φορές δεν είπα να μη ζήσω παρά με το δεξί μου χέρι παραδομένο στη φλόγα σου!Πόσες φορές δεν είπα να μην περάσω παρά σα Θεός μέσα σε σας, κορίτσια, τη μούρλια των αηδονιών που ξημερώνονται σκαρφαλωμένα στα λοξά κατάρτια των πλωτών τους μπαχτσέδων!Κι όταν, μισομαυρισμένη από τις εσπερινές φωτιές, η καρένα της μέρας ακουμπάει γερτή από μεγαλείο στους βυθούς των δασών, είσαστε σεις πάλι που με φραουλιές ουρές μεταξωτών νυχτικών διαβαίνετε τα μετέωρα δώματα τραγουδώντας παθητικά, τόσο που να στάζει μέλι δεντρολιβανιάς από την αντρική αγαλλίαση των άστρων.Κι όσο να ΄ρθει τ' αγιάζι λέω να μη βραχεί μαντίλι, να μην τρίξει κλαρί κανένα, μήπως και ξεπροβάλει άξαφνα ο ήλιος και με θαμπώσει κείνη η πολύ αινιγματική αστραπή που συνοδεύει τη μεγάλη φύση σε κάθε παίξιμο των βλεφάρων της.Όμως τρίζει το κλαρί κι ο ήλιος ξεπροβέλνει και τα χάνω βλέποντας τη διαύγεια της φωνής σας ολόστρωτη από ροδώνες απέραντους, γεμάτους σφεντόνες πουλιών και βουές από νύφες μέλισσες.Ναι ναι, διψάει ο κόσμος, κι εσείς, που κατά βάθος ακούτε με την καρδιά κι οσφραίνεστε με τα μάτια, ξέρετε για τι πράγμα διψάει και ρίχνετε άξαφνα στον αέρα μια λέξη μόνο, αλλά μια λέξη που σημαίνει όλα τα πράγματα της γης αυτής που λατρεύουμε και λέμε να μην την εγκαταλείψουμε ποτέ. Η λέξη αυτή _αγάπη! αγάπη! αγάπη!_φωτοβολώντας με μυριάδες πρίσματα μια στιγμή ευτυχίας που η τύχη θα παίρνει κάθε φορά για να τη χαρίζει σε δυο πάντοτε καινούριους ανθρώπους, ρίχνεται με ριπές ουράνιας τραμουντάνας πάνω από στέγες και σύννεφα.Και καθώς την παίρνουν τα βουνά, στέλνοντας ένα σ' άλλο την αστείρευτη γοητεία της, είναι οι καμπάνες πια που χαιρετάνε κι οι γερανοί και τα πελαργόνια που πετάνε συνοδεύοντας έναν παντοτινά αναγνωρισμένο τους σύμμαχο κι οι φτέρες που ανατριχάνε στυλωμένες στις μύτες των ποδιών τους όσο να περάσει ο σάλος και να καταλαγιάσουν οι καρδιές. Σ' όλες τις χώρες, από τα καμπαναριά και τους εξώστες ως τις πιο ψηλές διχάλες των δέντρων, ο κόσμος βγαίνει σα σε γιορτή να χαιρετήσει το απίστευτο ταξίδι.Αγάπη! Αγάπη!Παιδιά και γερόντοι όσοι πέρασαν κι όσ' είναι να περάσουν από τα μεράκια της, βγαίνουν με το δεξί χέρι πάνω απ' τα μάτια σα να κυνηγάνε χαρταετούς ή να βλέπουν την ίδια τη ζωή τους πυκνή από καημούς και όνειρα να σχίζει αψηλά τους αιθέρες...Αγάπη! Αγάπη!Και τ' ανυπόμονα πλάσματα βροντάνε το πόδι τους, και το κορμί τους τραντάζει, έλασμα χτυπημένο πάνω από απέραντες στέρνες κρίνων και δροσιάς.Μα η΄φωνή _αγάπη! αγάπη πετάει και προχωράει ολοένα πάνω από τα ριγωτά χωράφια που μικραίνουν, πάνω από τα κυπαρίσσια που βυθίζονται μέσα στο χώμα Πάνω α
πό τις πικροδάφνες που πνίγονται μες στα ποτάμια, πάνω από τους ανθρώπους που με μπράτσα τεντωμένα κι ανοιχτή αγκαλιά περιμένουν την ώρα που εσείς, κορίτσια, τεντώνεστε από έναν αόρατο μίσχο έτσι που να λυγίσει η μέση σας και να 'ρθει πιο κοντά στον ύπερο η χρυσόσκονη του γυμνού σας κορμιού.Να επινοήσω ένα φιλί άξιο να μεταμορφώνεται αδιάκοπα, ικανό να προικίζεται με τόσες αποχρώσεις, όσο γοργά μεταμορφώνεται κι όσες μυριάδες αποχρώσεις καταφέρνει να παίρνει στα χείλη..η γεύση του νεανικού κορμιού της γης_η αγιοσύνη του κόσμου. 

Ανοιχτά Χαρτιά -Οδυσσέας Ελύτης

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

'Eνας ο λόγος...Αγαπώ...


Ο λόγος εκχωρείται ως δικαίωμα αλλά και ως μέγιστη υποχρέωση.
Το βαρύ του τίμημα απελευθερώνει με έναν τρόπο παράδοξο και αναπάντεχο.
Μέσα από την αποδοχή της θνητότητας αποκτά κανείς πρόσβαση στην πολυπόθητη αθανασία.
Που είναι περισσότερο μία αίσθηση παρά η διαιώνιση της φθαρτότητας.
 Ετσι ο χρόνος διαστέλλεται μέχρι το άπειρο που συνορεύει με τα όρια της ψυχής μας.
Εκεί που ο ορίζοντας της ψυχής στενεύει αρχίζει ο θάνατος.
Και ο θάνατος βιώνεται πάντα σε χρόνο ενεστώτα, ο θάνατος βιώνεται μόνο από ένα ον ζωντανό.
 Αυτοί που έχουν φύγει δεν έχουν συνείδηση του θανάτου.
 Ο θάνατος αφορά μοναχά τους ζωντανούς.
Μ’ αυτή την έννοια όσο πιο ξεκάθαρο μας είναι ότι πεθαίνουμε τόσο πιο ζωντανοί νιώθουμε.
 Και με αυτόν τρόπο επέρχεται η συμφιλίωση.
Που αναγκαία εξαφανίζει την αγωνία, αρκεί κανείς να παραδοθεί στο μοιραίο, να αγαπήσει το αναπόφευκτο.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΘΥΜΩΝΟΥΝ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ

<<Οταν μπαίνω στο παλιό μου σπίτι
γεμίζουν οι κάμαρες πουλιά>>
                                                                                                                                 <<Μικροί κόσμοι>>
 
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ ΑΡΓΑ, με κάτι βήματα σερνάμενα και προσεκτικά, μην πάει και σκοντάψει σε κακοτράχαλο πέρασμα. Το δέντρο έρχεται προς εμένα, που έχω κολλημένο το πρόσωπο στο τζάμι του σπιτιού μου και το κοιτάζω με κάτι μάτια πελώρια από την έκπληξη.
    Είναι εκείνο το ίδιο δέντρο που πήγαινα μικρός και ξάπλωνα στη σκιά του, σκέφτομαι και αναριγώ. Πολλές φορές ακουμπούσα το σώμα μου στον κορμό του και άκουγα την ανάσα του. Τα λόγια που μου ψιθύριζε δεν μπορούσα να τα ξεδιαλύνω, όμως είμαι σίγουρος πως μου μιλούσε, πως μου έλεγε:<<Είμαι εγώ η ψυχή του κόσμου, αγάπησέ με >>, κάπως έτσι.
    Είναι λίγες μέρες τώρα που ήρθα στο σπίτι μου.Οδοιπόρος. Περιπλανώμενος μια ζωή. Σπούδασα, δούλεψα- κι αν δούλεψα- έζησα την αγωνία του κέρδους και της ζημίας, άσπρισαν τα μαλλιά μου να τρέχω, και τώρα που έφτασα στην ηλικία της περισυλλογής, είπα, πρέπει να βρω αυτό που έχασα,  να βρω τον χαμένο μοου εαυτό, τον χαμένο μου χρόνο, δεν μπορεί να έμεινα άδειος... τόσες πλούσιες εμπειρίες έζησα, τόσα ξενύχτια. Και γύρισα στο σπίτι μου, ξέροντας πως μόνον εδώ θα βρω αυτό που για πάντα έχασα.
    Αυτό που για πάντα έχασα.
    Το σπίτι παλιό, ρημαγμένο πες, τα παράθυρα σκεβρωμένα και τρύπια, και απορώ. Εγώ, ένας επιτυχημένος άνθρωπος, πως άφησα το σπίτι μου να φτάσει σε αυτό το έσχατο όριο της απελπισίας.
    Σε κάποια στιγμή, ακούω την πόρτα να ανοίγει τρίζοντας. Στρέφω το κεφάλι και αντικρύζω ένα εφτάχρονο παιδί. Τρεμούλιασα από συγκίνηση.
    <<Ποιός είσαι; >> του λέω.
    Χαμογέλασε.
    Ομως τα μάτια του ήταν κόκκινα, σαν να έκλαψε λίγο πριν.
    <<Άργησες... πολύ άργησες>>, μου λέει, <<πολλά χρόνια σε περιμένω...>>
    Ήταν τόσο σοβαρό το πρόσωπό του, που δεν τόλμησα να μιλήσω άλλο.
    Τον είδα που στάθηκε στο παράθυρο, κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι και κοίταξε το δέντρο που κατηφόριζε τώρα, με τα ίδια αργά, προσεκτικά βήματα, και ερχόταν κατευθείαν προς το σπίτι μου. Και όσο πλησίαζε τόσο διέκρινα πως τα κλαριά του ήταν χιονισμένα και ολοστόλιστα με μπαλίτσες λαμπερές και άστρα χρυσά και παιχνίδια.
    Δεν άρθρωσα λέξη.
    Κοίταζα μόνο το κλαμένο πρόσωπο του εφτάχρονου που έλαμπε τώρα, σάμπως εκείνο να είχε καλέσει το δέντρο, σάμπως το δικό του πνεύμα να του έδινε τη δύναμη, αυτή τη μαγεία, να βαδίζει μέσα στο χειμωνιάτικο χιονισμένο τοπίο.
   Αισθάνθηκα τα χέρια μου να τρέμουν και κάτι θρυμμάτιζε την καρδιά μου, μια νοσταλγία ανείπωτα γλυκειά και άρχισα να κλαίω. Από τα σπλάχνα μου ανέβαινε αυτή η νοσταλγία, αυτό το κλάμα...μνήμες θαμπές από τα εφτά μου χρόνια, που με το πρόσωπο κολλημένο σ΄ετούτο το ίδιο τζάμι, ονειρευόμουν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο γεμάτο στολίδια...Α, πως φούσκωνε η καρδιά μου από την επιθυμία εκείνη τη χαμένη στα τρίσβαθα της γερασμένης μου ψυχής!
    <<Ποιός είσαι;>> τον ρώτησα πάλι και ευθύς ντράπηκα.
Σάμπως μια φωνή μέσα μου να έλεγε:
    <<Τόσο ξένος έγινες από τον εαυτό σου;>>
    Το παιδί δεν απάντησε. Κοίταζε μαγεμένο το δέντρο, σάμπως να ζούσε σε χρόνο μυθικό και με παράσερνε κι εμένα να βρω το σκίρτημα της χαμένης μαγείας.
    Ξαφνικά ένας θόρυβος με συνεπαίρνει.Στρέφω τα μάτια και βλέπω το πελώριο δέντρο που γκρέμιζε τώρα τον ρημαγμένο μαντρότοιχο για να χωρέσει να μπει μέσα στην αυλή. Και μόλις τα κατάφερε, τέντωσε ευτυχισμένο όλα τα χιονισμένα του κλωνάρια και στάθηκε μπρος στο παράθυρο μας.
    Έκανα να τρέξω να το δω από κοντά, να το αγγίξω, να βεβαιωθώ για το πόσο αληθινό ήταν, όμως ο εφτάχρονος με τράβηξε από το μανίκι.
    <<Όχι, μην πας...όχι εσύ...>>, είπε, <<είναι αργά πια για σένα...>>
    Απόρησα.
    <<Γιατί αργά...τι θέλεις να πεις;>>
    Με κοίταξε με το σοβαρό του πρόσωπο, αυτό που έλαμπε από ευτυχία.
    <<Τα θαύματα θυμώνουν όταν δεν τα πιστεύεις ...>> είπε, και έτρεξε με τέτοια λαχτάρα που τα έχασα.
    Με άφησε μονάχο, εκεί, στο αραχνιασμένο δωμάτιο, πίσω από το θαμπό τζάμι να τον κοιτάζω. Αγκάλιασε το δέντρο με τόση σιγουριά σαν να ήταν το πιο αληθινό του κόσμου.
    Ένα σκίρτημα ένιωσα, μια ανείπωτη νοσταλγία.
    <<Τίποτα πιο δικό μας απ΄ότι για πάντα χάσαμε>>, είπα δυνατά να το ακούσω.
    Και άπλωσα το χέρι μου να αγγίξω το χριστουγεννιάτικο κλαδί, σαν να ήταν αληθινό.
    Το πιο αληθινό του κόσμου.
    Ή μήπως ήταν;
    Έψαξα μέσα μου να βρω τα εφτά μου χρόνια. Α, τι μαγικές στιγμές.
    Η ζωή μου φωτίστηκε θαρρείς. Ενιωσα την ψυχή μου να πλημμυρίζει από αυτό το φως  της χριστουγεννιάτικης χαράς.
    Και τότε είδα το παιδί που ερχόταν προς εμένα με τα χέρια του απλωμένα σαν να ήθελε να με αγκαλιάσει ή να κλάψει μαζί μου.
ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 22 Δεκεμβρίου 1996
Θέμα: <<Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία>>
Μαρία Λαμπαδαρίδου- Πόθου
    
 

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Οι αδικημένοι......

Περιμένοντας να ξημερώσει καλύτερες μέρες, η ζωή μας φεύγει.
Οσο παραμένουμε καθηλωμένοι μπροστά στις οθόνες μας, έχουμε κάνει μέσα μας μια βασική παραδοχή. Το μέλλον μας θα το αποφασίσουν αυτοί.
Στις ατελείωτες συσκέψεις τους, πίνοντας καφέδες και ασελγώντας με ακραίο τρόπο στις συνειδήσεις μας, επειδή ακριβώς εμείς τους το επιτρέπουμε, επειδή ακριβώς εμείς είμαστε ενοχικά διακείμενοι απέναντι στην ύπαρξη μας.
Αναζητώντας τα αίτια αυτής της βαθιά ριζωμένης ενοχής δεν μπορεί κανείς παρά να οδηγηθεί στον τρόπο με τον οποίο η δυτική κοινωνία εμποτίζει με την ιδέα της αμαρτίας, με την ιδέα της εξάρτησης, τα άτομα από πολύ μικρή ηλικία.
Δεν διεκδικήσαμε ποτέ στην πραγματικότητα την ελευθερία μας.
Δεν υπήρξαμε παρά ελάχιστες φορές αξιοπρεπείς.
Συμβιβαζόμαστε διαρκώς σε καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από τα κατά συνθήκην ψεύδη επειδή έτσι νιώθουμε ασφαλείς και αποδεκτοί.
Δεν τολμήσαμε παρά ελάχιστα να αποκλίνουμε από την πεπατημένη. Είμαστε μια κοινωνία συντηρητική και συμβιβασμένη. Δεν έχουμε συνειδητότητα.
Συνηθίσαμε χρόνια ολόκληρα να σκύβουμε το κεφάλι από τότε κιόλας που είμασταν παιδιά.
Δεν στείλαμε στο διάβολο το εμετικό εκπαιδευτικό μας σύστημα που μας διδάσκει πως ότι κάνουμε στη ζωή μας έχει αξία μόνο αν μας αποφέρει ως κέρδος μερικά παραπάνω χαρτονομίσματα.
Που μας μαθαίνει πως ο απέναντι είναι στην ουσία ένας ανταγωνιστής μας, ένας εχθρός.
Γίναμε αναλώσιμο είδος, με την συναίνεση μας μετατραπήκαμε σε αριθμούς.
Μάθαμε στα παιδιά μας να καταντούν, να κλέβουν, να αναζητούν την ευκολία, να ταυτίζονται με το γελοίο,να ακούν χυδαία μουσική, να υπακούουν-κυρίως αυτό-, να έχουν την ψυχολογία του υποτελή.
Ψηφίζουμε για να εξαγοράσουμε το δικαίωμα με παροχές, στήσαμε ικριώματα στην ψυχή μας, την μπουκώσαμε με ψεύτικα συναισθήματα, με ψεύτικους γάμους, με ψεύτικη ηθική αλλά όχι με αληθινό ήθος, σερνόμαστε σαν τα σκουλήκια τόσα πολλά χρόνια ως κοινωνία που έχουμε ξεχάσει πως είναι να περπατάς όρθιος με το κεφάλι ψηλά.
Παραφράσαμε τις αξίες της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, του αυτοσεβασμού, της αλληλεγγύης, της αποδοχής και καταλήξαμε να αποδεχθούμε το έτσι είναι αν έτσι συμφέρει.
Δεν δίνουμε δεκάρα για τους γύρω μας, ψηφίσαμε μια κυβέρνηση που μας κατακρεουργεί για να σώσουμε τις μικροκαταθεσούλες μας, τις μίζερες σκουληκιασμένες ζωούλες μας.
Είμαστε ρατσιστές, χεζόμαστε από τον φόβο μας όταν βλέπουμε χρυσαυγίτες αλλά κατά βάθος πολλοί από μας το θεωρούν μαγκιά να βαράς και να δέρνεις εκ του ασφαλούς.
Η ψευτομαγκιά του έλληνα- και ναι είναι γραμμένο συνειδητά με μικρά γράμματα- που νομίζει πως κάποιος είναι και δεν βλέπει πέρα από την μύτη του.
Του έλληνα που είναι αγράμματος, που χλευάζει ότι δεν καταλαβαίνει, που η αγαπημένη ατάκα ήταν :ξέρεις ποιός είμαι γω ρε;, του έλληνα που θέλει να απολυθούν όλοι οι άλλοι αλλά να μείνει αυτός αλώβητος, του έλληνα που κάνει τον έξυπνο στον κατώτερο ιεραρχικά αλλά δεν βγάζει άχνα στον ανώτερο, του έλληνα που βλέπει ακόμα πρωινάδικα, που συνωστίζεται για να γελοιοποιηθεί στις εκπομπές της Αννίτα Πάνια, που βλέπει dancing with the stars, που τον ενοχλούν οι μετανάστες αλλά ο ίδιος στο σπίτι του βρίζει χυδαία την γυναίκα του και πλακώνει στο ξύλο τα παιδιά του, του έλληνα που του αρέσει κατά βάθος να είναι χυμένος στο καναπέ βλέποντας ποδόσφαιρο και που νοσταλγεί αλλά δεν τολμάει ακόμα να το πει την εποχή της χούντας.
Οι πολιτικοί είναι ακριβώς σαν τα μούτρα μας γι' αυτό καλά θα κάνουμε να πάψουμε να τους κατηγορούμε για να την βγάλουμε πάλι λάδι και να παραδεχτούμε πως είμαστε οι περισσότεροι για φτύσιμο.
Να παραδεχτούμε πως δεν έχουμε πολιτική συνείδηση, πως είμαστε χωριάτες που γίνονται μπάτσοι για να νιώσουν ανώτεροι μέσα σε μια στολή, πως είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι επειδή γλύψαμε κατουρημένες ποδιές, πως είμαστε επίορκοι γιατροί, πως είμαστε απατεώνες ιδιώτες που επενδύουν στην εξολόθρευση του εργατικού τους δυναμικού επειδή τώρα που γυρίζει η μπίλια είναι η χρυσή τους ευκαιρία να κάνουν ότι δεν μπορούσαν ποτέ πριν λόγω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, πως είμαστε αγράμματοι δάσκαλοι που σκυλοβαριούνται και αυτό μαθαίνουμε και στα παιδιά μας, πως θεωρούμε πως το δικό μας το παιδί είναι το καλύτερο και τα άλλα παιδιά να πάνε να γαμηθούνε, πως  είμαστε τόσο ψεύτες που δεν μπορούμε να παραδεχτούμε πως βλέπουμε τσόντες για να μας φύγει το άγχος, πως δεν έχουμε μάθει να κάνουμε έρωτα αλλά μόνο να γαμάμε και να μας γαμάνε, πως οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ούτε ένα όνομα ενός ποιητή ή ενός συγγραφέα, να παραδεχτούμε πως η φραπεδιά είναι το εθνικό μας σπόρ και αναδεικνύει με εξαιρετική ακρίβεια την παντελή έλλειψη πνεύματος και καλλιέργειας που μας χαρακτηρίζει.
Ευτυχώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Μέσα σε αυτό τον συρφετό των συμβιβασμένων υπάρχουν ευτυχώς και άνθρωποι που σέβονται τον εαυτό τους, που δεν ονειρεύονται το βόλεμα, που αξιολογούν ότι καλύτερο μπορεί να διαθέτει μια ψυχή, που δημιουργούν ομορφιά, αξίες, ελπίδα, οράματα και που θα πληρώσουν την νύφη μαζί δυστυχώς με τους υπόλοιπους γιατί δεν είναι το κατεστημένο, γιατι δεν ανήκουν στο σύστημα.
Εκτιμώ και το δηλώνω ευθαρσώς πως η πορεία της χώρας μας είναι η απολύτως αναμενόμενη αν αναλογιστεί κανείς τις ποιότητες που διαθέτει η πλειοψηφία των κατοίκων της.
Κι έτσι ησυχάζω....
Δεν είναι ζήτημα χρημάτων. Είναι περισσότερο ζήτημα αξιών.
Αυτές δεν έχουμε και γι' αυτό θα πάμε άπατοι.....

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

   Η τηλεόραση. Γιατί βλέπω τηλεόραση; Η παρέλαση των πολιτικών κάθε απόγευμα-αρκεί να δω τα χοντρά, ανέκφραστα μούτρα τους, τα τόσο γνώριμα από τα παιδικά μου χρόνια, για να νιώσω μελαγχολία και ναυτία. Οι νταήδες στην τελευταία σειρά θρανίων, τα κοκκαλιάρικα και αργόστροφα αγόρια που ανατράφηκαν και προωθήθηκαν για να κυβερνήσουν τη χώρα. Μαζί με τους πατεράδες, τις μανάδες, τους θείους και τις θείες τους, τους αδελφούς και τις αδελφές τους- ένα σμήνος ακρίδων που λυμαίνονται τη χώρα, μασουλάνε αδιάκοπα, καταβροχθίζουν ζωές. Γιατί τους κοιτάζω παραδομένη στη φρίκη και στη σιχαμάρα; Γιατί τους επιτρέπω να μπαίνουν στο σπίτι μου; Επειδή η βασιλεία της οικογένειας των ακρίδων είναι η αλήθεια της Νότιας Αφρικής, και η αλήθεια είναι αυτό που μ' αηδιάζει; Δεν σκοτίζονται πια να διεκδικήσουν τη νομιμότητα. Τη λογική την έκαναν πέρα. Αυτό που τους απορροφά είναι η εξουσία και η αποχαύνωση που φέρνει η εξουσία.Τρώγοντας και συζητώντας, ροκανίζουν ζωές, ρεύονται. Μιλάνε αργά, και ο ήχος βγαίνει βαρύς, θαρρείς μέσα από τις κοιλιές τους.Κάθονται σε κύκλο, λογομαχούν με στόμφο, εκδίδουν διατάγματα που μοιάζουν με σφυροκοπήματα: θάνατος, θάνατος, θάνατος. Η δυσωδία δεν τους ενοχλεί. Βαριά βλέφαρα, γουρουνίσια μάτια, τύποι καπάτσοι με την καπατσοσύνη που χαρακτήριζε γενιές και γενιές χωριατών. Συνωμοτούν ο ένας εναντίον του άλλου- αργόσυρτες χωριάτικες συνωμοσίες, που θέλουν δεκαετίες ολόκληρες για να ωριμάσουν. Οι νέοι Αφρικανοί, κοιλαράδες, χοντροσάγονοι άντρες θρονιασμένοι στις πολυθρόνες των γραφείων τους. Οι Σετσουάγιο, οι Ντινγκάνε, με το λευκό δέρμα. Συνθλίβουν τα πάντα- η εξουσία τους βρίσκεται στο βάρος τους. Πελώρια αρχίδια σαν των ταύρων συνθλίβουν τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, αφαιρώντας από μέσα τους κάθε σπίθα. Στις καρδιές τους δεν απέμεινε πια ούτε μια σπίθα φωτιάς. Καρδιές νωθρές, βαριές σαν λουκάνικο με το αίμα του.
    Και το μήνυμά τους ηλίθια απαράλλαχτο, βλακωδώς ίδιο στους αιώνες των αιώνων. Ο άθλος τους, έπειτα από χρόνια ετυμολογικών στοχασμών σχετικά με το λόγο, είναι ότι ανήγαγαν την ηλιθιότητα σε αρετή. Το stupefy σημαίνει να στερείσαι αισθημάτων, να ναρκώνεσαι, να νεκρώνεσαι, να παραλύεις από την έκπληξη. Stupor σημαίνει αναισθησία, απάθεια, λήθαργος του πνεύματος. Stupid σημαίνει ο ατάλαντος, ο αδιάφορος, ο απογυμνωμένος από σκέψεις ή αισθήματα. Από το stupere, που σημαίνει παραζαλίζομαι, μένω εμβρόντητος. Μια καθοδική το stupid, περνά στο stunned, για να καταλήξει στο astonished- αυτός που πέτρωσε. Το μήνυμα είναι ότι το μήνυμα δεν αλλάζει ποτέ. Ενα μήνυμα που κάνει τον κόσμο να πετρώνει.
   Κοιτάμε όπως τα πουλιά κοιτάζουν τα φίδια, γητεμένοι από αυτό που θα μας καταβροχθίσει. Γοητεία- ο φόρος που πληρώνουμε στο θάνατό μας. Μεταξύ οκτώ και εννέα μαζευόμαστε, κι εκείνοι μας επιδεικνύουν τις αφεντιές τους. Μια τελετουργία, όπως οι πορείες των κουκουλοφόρων επισκόπων την εποχή του πολέμου του Φράνκο. Μια θανατοφάνεια- μας επιδεικνύουν το θάνατό μας. <<Viva la muerte!>> η κραυγή τους, η απειλή τους. Θάνατος στους νέους,. Θάνατος στη ζωή. Κάπροι που καταβροχθίζουν τους απογόνους τους. Ο Πόλεμος των Κάπρων..


Απόσπασμα από <<Τα χρόνια του σιδήρου>> του ΤΖ. Μ. ΚΟΥΤΣΙ.- Νόμπελ Λογοτεχνίας 2003.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα της Ελλάδας του 2012 δεν θα μπορούσε παρά να είναι συμπτωματική.

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Καλησπέρα ψυχή μου. Ξέρω..θα χρειαστεί τόλμη για να μιλήσω τη γλώσσα της καρδιάς.Ομως σ΄αυτή τη δύσκολη, πραγματικά μελανιασμένη εποχή, αυτό που ορίζω μέσα μου ως απολύτως αναγκαία προυπόθεση  ζωής είναι το βίωμα της ελευθερίας και της απαξίωσης του φόβου. Σήμερα θα ζήσω. Αν ζήσω σήμερα και τα μάτια δουν, αν ζήσω σήμερα και τα αυτιά ακούσουν, αν ζήσω σήμερα και οι στιγμές αξιωθούν, τότε το αύριο θα κατοικηθεί. Εξόριστη από το είναι μου είμαι νεκρή.
Τότε και μόνο τότε είμαι νεκρή.
Το καλοκαίρι φέτος ανελέητα πολιορκεί την παγωνιά της συλλογικής μας θλίψης.
Κάτι παιδιά φτιάχνουν πύργους στην άμμο και μετά ζητούν μαζί τους να φωτογραφηθούν. Κάθε φορά που ξεχνιέμαι, η ψυχή μου σου λέω ανασαίνει. Με τα παιδιά κλαίω. Μου θυμίζουν γιατί γεννήθηκα, γιατί γεννιέται κάθε άνθρωπος. Με πιάνει τότε το πείσμα. Οχι απλώς να αντέξω..Οχι να αντέξω απλώς, αλλά να πάω πιο πέρα, να πετάξω.
Με ρωτάς πως τολμάω και σου φωνάζω,  πως δεν υπάρχει παρά μόνο αυτή η επιλογή. Μονάχα αυτή. Ολα τα άλλα είναι τεράστια ψέματα.
Μια πτήση είναι πάντα προτιμότερη από ένα σούρσιμο γιατί μέσα από αυτήν μαθαίνεις, ψηλώνεις, ωριμάζεις, ορίζεσαι.
Ακόμα κι αν πέσεις..Ακόμα και τότε, ίσως κυρίως τότε.
Ιούλιος 2012. Θα΄ρθει μια στιγμή που όλα τούτα θα είναι μια ανάμνηση.Καλή.. κακή..
Ιούλιος 2012. Δεν θα ξανάρθει ποτέ.