Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

'Eνας ο λόγος...Αγαπώ...


Ο λόγος εκχωρείται ως δικαίωμα αλλά και ως μέγιστη υποχρέωση.
Το βαρύ του τίμημα απελευθερώνει με έναν τρόπο παράδοξο και αναπάντεχο.
Μέσα από την αποδοχή της θνητότητας αποκτά κανείς πρόσβαση στην πολυπόθητη αθανασία.
Που είναι περισσότερο μία αίσθηση παρά η διαιώνιση της φθαρτότητας.
 Ετσι ο χρόνος διαστέλλεται μέχρι το άπειρο που συνορεύει με τα όρια της ψυχής μας.
Εκεί που ο ορίζοντας της ψυχής στενεύει αρχίζει ο θάνατος.
Και ο θάνατος βιώνεται πάντα σε χρόνο ενεστώτα, ο θάνατος βιώνεται μόνο από ένα ον ζωντανό.
 Αυτοί που έχουν φύγει δεν έχουν συνείδηση του θανάτου.
 Ο θάνατος αφορά μοναχά τους ζωντανούς.
Μ’ αυτή την έννοια όσο πιο ξεκάθαρο μας είναι ότι πεθαίνουμε τόσο πιο ζωντανοί νιώθουμε.
 Και με αυτόν τρόπο επέρχεται η συμφιλίωση.
Που αναγκαία εξαφανίζει την αγωνία, αρκεί κανείς να παραδοθεί στο μοιραίο, να αγαπήσει το αναπόφευκτο.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΘΥΜΩΝΟΥΝ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ

<<Οταν μπαίνω στο παλιό μου σπίτι
γεμίζουν οι κάμαρες πουλιά>>
                                                                                                                                 <<Μικροί κόσμοι>>
 
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ ΑΡΓΑ, με κάτι βήματα σερνάμενα και προσεκτικά, μην πάει και σκοντάψει σε κακοτράχαλο πέρασμα. Το δέντρο έρχεται προς εμένα, που έχω κολλημένο το πρόσωπο στο τζάμι του σπιτιού μου και το κοιτάζω με κάτι μάτια πελώρια από την έκπληξη.
    Είναι εκείνο το ίδιο δέντρο που πήγαινα μικρός και ξάπλωνα στη σκιά του, σκέφτομαι και αναριγώ. Πολλές φορές ακουμπούσα το σώμα μου στον κορμό του και άκουγα την ανάσα του. Τα λόγια που μου ψιθύριζε δεν μπορούσα να τα ξεδιαλύνω, όμως είμαι σίγουρος πως μου μιλούσε, πως μου έλεγε:<<Είμαι εγώ η ψυχή του κόσμου, αγάπησέ με >>, κάπως έτσι.
    Είναι λίγες μέρες τώρα που ήρθα στο σπίτι μου.Οδοιπόρος. Περιπλανώμενος μια ζωή. Σπούδασα, δούλεψα- κι αν δούλεψα- έζησα την αγωνία του κέρδους και της ζημίας, άσπρισαν τα μαλλιά μου να τρέχω, και τώρα που έφτασα στην ηλικία της περισυλλογής, είπα, πρέπει να βρω αυτό που έχασα,  να βρω τον χαμένο μοου εαυτό, τον χαμένο μου χρόνο, δεν μπορεί να έμεινα άδειος... τόσες πλούσιες εμπειρίες έζησα, τόσα ξενύχτια. Και γύρισα στο σπίτι μου, ξέροντας πως μόνον εδώ θα βρω αυτό που για πάντα έχασα.
    Αυτό που για πάντα έχασα.
    Το σπίτι παλιό, ρημαγμένο πες, τα παράθυρα σκεβρωμένα και τρύπια, και απορώ. Εγώ, ένας επιτυχημένος άνθρωπος, πως άφησα το σπίτι μου να φτάσει σε αυτό το έσχατο όριο της απελπισίας.
    Σε κάποια στιγμή, ακούω την πόρτα να ανοίγει τρίζοντας. Στρέφω το κεφάλι και αντικρύζω ένα εφτάχρονο παιδί. Τρεμούλιασα από συγκίνηση.
    <<Ποιός είσαι; >> του λέω.
    Χαμογέλασε.
    Ομως τα μάτια του ήταν κόκκινα, σαν να έκλαψε λίγο πριν.
    <<Άργησες... πολύ άργησες>>, μου λέει, <<πολλά χρόνια σε περιμένω...>>
    Ήταν τόσο σοβαρό το πρόσωπό του, που δεν τόλμησα να μιλήσω άλλο.
    Τον είδα που στάθηκε στο παράθυρο, κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι και κοίταξε το δέντρο που κατηφόριζε τώρα, με τα ίδια αργά, προσεκτικά βήματα, και ερχόταν κατευθείαν προς το σπίτι μου. Και όσο πλησίαζε τόσο διέκρινα πως τα κλαριά του ήταν χιονισμένα και ολοστόλιστα με μπαλίτσες λαμπερές και άστρα χρυσά και παιχνίδια.
    Δεν άρθρωσα λέξη.
    Κοίταζα μόνο το κλαμένο πρόσωπο του εφτάχρονου που έλαμπε τώρα, σάμπως εκείνο να είχε καλέσει το δέντρο, σάμπως το δικό του πνεύμα να του έδινε τη δύναμη, αυτή τη μαγεία, να βαδίζει μέσα στο χειμωνιάτικο χιονισμένο τοπίο.
   Αισθάνθηκα τα χέρια μου να τρέμουν και κάτι θρυμμάτιζε την καρδιά μου, μια νοσταλγία ανείπωτα γλυκειά και άρχισα να κλαίω. Από τα σπλάχνα μου ανέβαινε αυτή η νοσταλγία, αυτό το κλάμα...μνήμες θαμπές από τα εφτά μου χρόνια, που με το πρόσωπο κολλημένο σ΄ετούτο το ίδιο τζάμι, ονειρευόμουν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο γεμάτο στολίδια...Α, πως φούσκωνε η καρδιά μου από την επιθυμία εκείνη τη χαμένη στα τρίσβαθα της γερασμένης μου ψυχής!
    <<Ποιός είσαι;>> τον ρώτησα πάλι και ευθύς ντράπηκα.
Σάμπως μια φωνή μέσα μου να έλεγε:
    <<Τόσο ξένος έγινες από τον εαυτό σου;>>
    Το παιδί δεν απάντησε. Κοίταζε μαγεμένο το δέντρο, σάμπως να ζούσε σε χρόνο μυθικό και με παράσερνε κι εμένα να βρω το σκίρτημα της χαμένης μαγείας.
    Ξαφνικά ένας θόρυβος με συνεπαίρνει.Στρέφω τα μάτια και βλέπω το πελώριο δέντρο που γκρέμιζε τώρα τον ρημαγμένο μαντρότοιχο για να χωρέσει να μπει μέσα στην αυλή. Και μόλις τα κατάφερε, τέντωσε ευτυχισμένο όλα τα χιονισμένα του κλωνάρια και στάθηκε μπρος στο παράθυρο μας.
    Έκανα να τρέξω να το δω από κοντά, να το αγγίξω, να βεβαιωθώ για το πόσο αληθινό ήταν, όμως ο εφτάχρονος με τράβηξε από το μανίκι.
    <<Όχι, μην πας...όχι εσύ...>>, είπε, <<είναι αργά πια για σένα...>>
    Απόρησα.
    <<Γιατί αργά...τι θέλεις να πεις;>>
    Με κοίταξε με το σοβαρό του πρόσωπο, αυτό που έλαμπε από ευτυχία.
    <<Τα θαύματα θυμώνουν όταν δεν τα πιστεύεις ...>> είπε, και έτρεξε με τέτοια λαχτάρα που τα έχασα.
    Με άφησε μονάχο, εκεί, στο αραχνιασμένο δωμάτιο, πίσω από το θαμπό τζάμι να τον κοιτάζω. Αγκάλιασε το δέντρο με τόση σιγουριά σαν να ήταν το πιο αληθινό του κόσμου.
    Ένα σκίρτημα ένιωσα, μια ανείπωτη νοσταλγία.
    <<Τίποτα πιο δικό μας απ΄ότι για πάντα χάσαμε>>, είπα δυνατά να το ακούσω.
    Και άπλωσα το χέρι μου να αγγίξω το χριστουγεννιάτικο κλαδί, σαν να ήταν αληθινό.
    Το πιο αληθινό του κόσμου.
    Ή μήπως ήταν;
    Έψαξα μέσα μου να βρω τα εφτά μου χρόνια. Α, τι μαγικές στιγμές.
    Η ζωή μου φωτίστηκε θαρρείς. Ενιωσα την ψυχή μου να πλημμυρίζει από αυτό το φως  της χριστουγεννιάτικης χαράς.
    Και τότε είδα το παιδί που ερχόταν προς εμένα με τα χέρια του απλωμένα σαν να ήθελε να με αγκαλιάσει ή να κλάψει μαζί μου.
ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 22 Δεκεμβρίου 1996
Θέμα: <<Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία>>
Μαρία Λαμπαδαρίδου- Πόθου